Για τον Ολυμπιακό, που δεν αναφερθήκαμε χθες (ούτε με τη Βίρτους, αν και το συγκεκριμένο ματς μάλλον δεν χρειαζόταν κριτική) τα πάντα πηγαίνουν καλώς και οι ερυθρόλευκοι βρίσκονται σε σπουδαία κατάσταση, έχοντας προπάντων υγεία, σωματική και πνευματική, με όσους οπαδούς πηγαίνουν στο ΣΕΦ να φεύγουν γεμάτοι ικανοποίηση.
Στα του αγώνα, όλοι καταλάβαμε ξανά, πόσο σημαντικός είναι για το παιχνίδι του κόουτς Μπαρτζώκα ο Σακίλ ΜακΚίσικ, η αθλητικότητα του οποίου κόντρα σε ένα σύνολο που σφύζει από τέτοια προσόντα, όπως αυτό του Αστέρα. Με τον Αμερικάνο να εκμεταλλεύεται στο έπακρο το πρώτο βήμα του η σύνδεση με την αδύνατη πλευρά έγινε αρκετά πιο εύκολη και η χημεία με τον Φουρνιέ που αρχίζει να βρίσκει ρυθμό επιθετικά (πόσο σημαντικό το ότι ο κόουτς του έδωσε ρόλο δευτερεύοντος χειριστή στα τελευταία ματς και ο Γάλλος ανταποκρίθηκε χτίζοντας την ψυχολογία του; – 3,5 τελικές στα τελευταία 10 ματς πριν το χθεσινό που λειτούργησε κυρίως ως weak side απειλή), έκανε θραύση.
Οι ερυθρόλευκοι έψαξαν αρκετά το ανοιχτό γήπεδο με τον Ουόρντ, ενώ ίσως να προβληματίζει -μέχρι ενός σημείου βέβαια γιατί ο Σέρβος τράβηξε πολύ κουπί- το ότι ο Μιλουτίνοφ με την προσθήκη του Τζόουνς δείχνει να περνάει μια κάμψη, βάσει αριθμών κυρίως.
Ο Αστέρας επέστρεψε στο παιχνίδι, βάζοντας κάποια κομβικά σουτ και κερδίζοντας 15 επιθετικά ριμπάουντ (απόρροια των μόλις 13′ συμμετοχής του Μίλου). Σπουδαίες οι laser πάσες του ΜακΙντάιρ που σε σχεδόν μηδενικό χρόνο έκοβαν τον αμυντικό της αδύνατης πλευράς. Επίσης ο Σάσα Ομπράντοβιτς χτύπησε αρκετά σε δράσεις μακριά από την μπάλα τον Ντόρσεϊ, η άμυνα του οποίου μέσα σε μια multi screening επίθεση, έχει ελαττώματα, με τον Νουόρα να κάνει σπουδαία δουλειά σε curl καταστάσεις, εκμεταλλευόμενος τον χειρισμό και το μέγεθός του για τη θέση.
“Μαχαιριά” η τριποντάρα του Βεζένκοφ που έγειρε οριστικά την μπίλια στην πλευρά των γηπεδούχων. Ο Ολυμπιακός μπαίνει στο break της EuroLeague και στο Final-8 του κυπέλλου Ελλάδος με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και ατενίζει την τελική ευθεία της σεζόν με πολύ περισσότερη αισιοδοξία και δυναμικότητα απ’ όση θα φανταζόταν πριν λίγο καιρό. Και αυτό πρέπει να πιστωθεί στον προπονητή του.



