Είναι Ιούνιος, τα περισσότερα πρωταθλήματα οδεύουν προς τη λήξη τους -το δικό μας ολοκληρώθηκε- και η σελίδα θέλει να κάνει μια πρόωρη βουτιά στα άγνωστα νερά της μπασκετικής υφηλίου με μια διπλή αποστολή: Να ξεφύγει από την ελληνική παράνοια και να δώσει στον κόσμο, τα νέα διαμάντια των ευρωπαϊκών γηπέδων, πολύ πριν αυτά γίνουν γνωστά, δίνοντας τα πρώτα τους διαπιστευτήρια. Όπως κάναμε, όταν σας παρουσιάσαμε ΠΡΩΤΟΙ παικταράδες του σήμερα όπως ο Μοντέρο, ο Ρούβερς, Κόλσον, ο Μπαντιό, ο Ντιακιτέ, ο Μπανγκό, ο Τουμπέλις, ο Πάλμερ και πολλοί ακόμα που είτε έχουν περάσει από τη χώρα μας, αφήνοντας θετικότατες εντυπώσεις, είτε βρίσκονται ακόμα… in the making, προσπαθώντας να ανέβουν στο ανώτατο ευρωπαϊκό επίπεδο, είτε αφού συστήθηκαν, την έκαναν για πιο μέρη με λιγότερη κόπωση και καλύτερα λεφτά. Ο καθένας κάνει επιλογής, αντιμετωπίζει συνέπειες και η ζωή προχωράει…
Στην επιστροφή της σελίδας μας στις εν λόγω λίστες μετά από έναν χρόνο αποχής θα παρουσιάσουμε συνολικά 18 παίκτες, σε τρία άρθρα 5+1 αθλητών. Για πάμε…
R.J Cole (26, 1.85, PG/SG)

Εντάξει, ξεκινάμε με έναν διόλου άγνωστο αθλητή, ο οποίος φέτος έβγαλε μάτια σε EuroCup και Serie A με τη Βενέτσια. Ο Cole είναι ένας παίκτης με σπουδαία ικανότητα στο να στέλνει την μπάλα στο διχτάκι, ενώ δημιουργικά είναι εξίσου καλός, αφού παράγει κυρίως μέσα από PnR ή προσωπική φάση, ενώ λειτουργεί άριστα και μακριά από την μπάλα, δημιουργώντας καλές γωνίες πάσας στους συμπαίκτες του, υποστηρίζοντας την επίθεση μόνο με την παρουσία του στο παρκέ (να θυμάστε ότι η λέξη “playmaker” αφορά σε δεξιότητα και όχι σε θέση και δεν θέλει απαραίτητα την μπάλα, ούτε αφορά μόνο την επίθεση). Αν και προσωπικά δεν με “τραβάνε” οι παίκτες που σουτάρουν σχεδόν από το έδαφος χωρίς jump shoot, ο Cole θυμίζει αρκετά τον Keith Langford σε ορισμένες πτυχές του παιχνιδιού του και όχι απλώς επειδή μιλάμε για αριστερόχειρα. Θέτει άμεσα σε ανισορροπία τον προσωπικό του αντίπαλο με τα handles του στην περιφέρεια, εκτελεί με side step, ενώ το γεγονός ότι πρόκειται για “Three level scorer”, δηλαδή σκόρερ από κοντινή, μέση και μακρινή απόσταση, μετατρέπει σε γρίφο το μαρκάρισμά του όταν πρόκειται για καταστάσεις απομόνωσης.
Υπολείπεται σε αθλητικότητα ή τουλάχιστον αυτό αφήνει να φανεί μέσω της εικόνας του, όμως διαχειρίζεται σωστά τον εαυτό του στο παρκέ, καθώς δεν ήταν λίγες οι φορές φέτος που πηγαίνοντας προς τα μέσα έλεγες ότι θα φάει την μπάλα στα μούτρα από το μπλοκ του ψηλού, όμως κατά κάποιον τρόπο άφηνε γλυκά την μπάλα στο καλάθι, κυρίως μέσω του ταμπλό. Αμυντικά έχει εγγενή μειονεκτήματα (ύψος, ταχύτητα από στάση, έκρηξη, άλμα) και για αυτό θα πρέπει να συνοδεύεται από περιφερειακούς με quarterback skills και 3nD πλαγίους. Γενικά η περίπτωσή του έχει ακόμα πολύ ψωμί και ανοίγουμε τον φάκελό του, γιατί νομίζουμε ότι -πολύ- σύντομα το όνομά του θα συζητιέται στη μεγάλη σκηνή. Αυτή τη στιγμή παίζει στους τελικούς Ιταλίας, όντας 2-0 πίσω κόντρα στην Αρμάνι.
Σε EuroCup και Serie A: 15.4 PTS, 2.7 REB, 4.7 AST, 1.6 TOV σε 27.3′
Dante Maddox Jr. (26, 1.88, G)

Κατ’ αρχήν, τι γαμάτο όνομα… Ξεκινάμε με αυτό. Το Maddox παραπέμπει σε αμερικάνικες ταινίες με υποθέσεις από αλήτες των playgrounds που ξεκινάνε χωρίς όνειρα από αλητογειτονιές του Σικάγο (από όπου και κατάγεται), όμως το ταλέντο τους κάνει μπαμ και το κάλεσμα από ψηλότερα δεν αργεί να έρθει. Ο Maddox είναι ένας Baller που μπορεί να την κάνει “κομπολόι” που λέμε. Flashy skills, γαρνιρισμένα με ισορροπία και body control εν μέσω υψηλών ταχυτήτων και μια μοναδική ιδιοσυγκρασία, η “σπίθα” της οποία απλά γοητεύει. Ο Maddox είναι ball hog και αυτό σε αντίθεση με τον Cole που μιλήσαμε πιο πάνω, χρήζει βελτίωσης, αφού δυσκολεύεται να φανεί παραγωγικός, μακριά από την μπάλα. Στην πρώτη του σεζόν μακριά από την Αμερική, έδειξε το ταλέντο του στο Βέλγιο, σε ένα αξιόλογο πρωτάθλημα στο οποίο υπήρξε φέτος ο 2ος σκόρερ της λίγκας και ο 6ος πιο εύστοχος παίκτης σε τρίποντα για 6.7 προσπάθειες ανά παιχνίδι. Μετά από ντρίμπλα “σκοτώνει” από κάθε απόσταση, με το release του να είναι απλά ηδονικό, ενώ επιτίθεται σαν ταύρος στο καλάθι, χωρίς να υπολογίζει τον αντίπαλό απέναντί του, κερδίζοντας πολλές βολές (πρώτος στη λίγκα με 7.9 εκτελεσμένες ανά ματς), πληρώνοντας ωστόσο και το τίμημα όποτε χρειάζεται…
Σημαντικό το ότι μετά το ρήγμα, το οποίο προκαλεί σχετικά εύκολα χάρη στην ταχύτητά του, βλέπει την πάσα και τον ελεύθερο συμπαίκτη του (κυρίως στην περιφέρεια και όχι τόσο σε σκαστές στον ψηλό), όμως πολλές φορές το παρακάνει και θυμίζει Ναν (είπαμε, Σικάγο), νομίζοντας ότι θα τρυπήσει ένα “τοίχος” αντιπάλων, κάτι που οδηγεί σε λάθος το οποίο κόβει την ομάδα στα δυο. Αμυντικά είναι εξαιρετικός on-ball, όμως χρειάζεται πολλή δουλειά στο να διαβάζει τη φάση και να αμύνεται με κατεύθυνση στο close out (στέλνοντας τον εκάστοτε αντίπαλο στο αδύναμο χέρι του ή εκτός κεντρικού άξονα πχ) και εδώ είναι το μεγάλο μείον του, αφού το σύγχρονο μπάσκετ, ειδικά στην Ευρώπη, παίζεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτές τις καταστάσεις. Νομίζω ότι το παιχνίδι του παίρνει περαιτέρω βελτίωση και η τριβή του με μια χαμηλή ευρωπαϊκή λίγκα όπως το EuropeCup της FIBA (ή γιατί όχι και το EuroCup της EL) σε πρώτη φάση, θα του έδινε πάρα πολλά εφόδια.
Σε 40 ματς στη βέλγικη BNXT: 24.3 PTS (44.5% 3P, 87.6% FT), 5.7 REB (!), 2.8 AST, 2.5 TOV σε 31.4′
Taye Fields (22, 1.95, G/F)

Το λοιπόν, κρατήστε το όνομα στην ατζέντα σας όσοι βλέπετε μπάσκετ και όχι μόνο την ομάδα σας, όπως η συντριπτική πλειοψηφία στην Ελλάδα, γιατί μπορεί να το χρειαστείτε στο μέλλον. Ο Fields ξεκίνησε φέτος την εκτός ΗΠΑ διαδρομή του, παίζοντας στην Bundeslig της Αυστρίας και την Kapfenberg, με την οποία κατέκτησε το εθνικό πρωτάθλημα. Πρόκειται για έναν προικισμένο αθλητή με σπουδαία φυσική δυναμική και πολύ γρήγορα και δυνατά πόδια. Λειτούργησε φέτος ως chaser στον αντίπαλο χειριστή σε άμυνες ολόκληρου γηπέδου, ενώ ουκ ολίγες φορές έμεινε με τον αντίπαλο ψηλό χαμηλά, απομακρύνοντάς τον αρκετά έξω από το καλάθι της ομάδας του και μένοντας μαζί του μέχρι το τέλος της επίθεσης, “βγάζοντας” την άμυνα. Φύσει rebounder, κυνηγάει και κερδίζει πολλές κατοχές, δουλεύοντας πολύ σωστά στο έδαφος και “καθαρόαιμο” στο ανοιχτό γήπεδο, όπου αν μπεις μπροστά του την ώρα που έχει πάρει τα βήματα, απλά… κινδυνεύεις.
Σταδιακά και από τα χρόνια του στο NCAA σε Μιζούρι και Αλαμπάμα, χτίζει το παιχνίδι με την μπάλα, τρέχοντας PnR συνεργασίες, από όπου βρίσκει τους χώρους για να επιτεθεί στο καλάθι, χρησιμοποιώντας πολλές κινήσεις (κυρίως reverse) για να τελειώσει ή να κάνει το kick out. Το σουτ του αφήνει υποσχέσεις για κάτι αξιοπρεπές, με το 37.5% φέτος να μην αποτελεί ικανοποιητικό δείγμα, λόγω του ότι εκτελούσε μόλις 1 τρίποντο ανά ματς. Καλή πλευρική ταχύτητα, μεγάλο άνοιγμα χεριών και δυνατός και πλατύς κορμός, είναι μερικά στοιχεία που τον κάνουν να παίζει σαν ψηλότερος από τα 195 εκατοστά του στο παρκέ και να αναλαμβάνει πολλαπλές αμυντικές αποστολές. Φέτος αντιμετώπισε πολλές φορές προβλήματα όταν κλήθηκε να αμυνθεί σε ένα “δάσος” από αντίπαλα σκριν, αλλά οκ, ήταν απολύτως φυσιολογικό. Νομίζουμε ότι έχει πολύ “ψωμί” η υπόθεσή του.
Στην Bundeslig Αυστρίας: 12.8 PTS, 7.2 REB, 3.5 AST, 1.5 STL, 2.1 TOV σε 26.6′
Tobias Jensen (22, 1.98, F)

Όχι και πολύ άγνωστος για τους πραγματικούς φίλους του αθλήματος. Κατευθείαν από το μεγαλύτερο “εργοστάσιο” παραγωγής και μεταπώλησης ταλέντων της Ευρώπης, αυτό της γερμανικής Ουλμ, και μέσα από τα βάθη της Σκανδιναβίας (Δανία), που τα τελευταία χρόνια πραγματοποιεί συνεχή βήματα βελτίωσης, ο Jensen είναι ένα σπουδαίο εργαλείο που διακρίνεται για την υψηλή τεχνική και οξυδέρκειά του. Παίζει εξαιρετικά με την μπάλα στα χέρια, ενώ κύριο γνώρισμά του αποτελεί η σωστή οπτική του αθλήματος και η παιδεία του, η οποία του υποδεικνύει να πασάρει την μπάλα έγκαιρα στον ελεύθερο συμπαίκτη, να κόβει όταν υπάρχει κενός χώρος, να δίνει το 101% στην άμυνα, να πασχίζει για το ριμπάουντ, να σουτάρει με αυτοπεποίθηση και γενικά ό,τι αναζητά ένας προπονητής στο σύγχρονο μπάσκετ.
Ο Jensen είναι ο τύπος παίκτη που μπορεί να κατέβει και στο ‘4’, εφόσον υπάρχει η απαραίτητη σκληράδα δίπλα του, ώστε να “ξεκλειδώσει” από το χαμηλό post ή μέσα από την πολυμορφία του, τα σπουδαία passing skills του, που δίνουν μια αλλιώτικη υφή στην επιθετική ροή της ομάδας του. Φέτος λειτούργησε τόσο ως screener όσο και ως χειριστής στις PnR συνεργασίες του Ty Harrelson, γράφοντας αισίως την 4η χρονιά του στο EuroCup και ξεκινώντας βασικός σε όλα τα ματς της ομάδας του. Η Ουλμ έχει μεγάλη παράδοση στην “τροφοδοσία” της προς τη Μεγάλη Λίγκα του ΝΒΑ (πέρυσι έδωσε τους Essengue και Saraf στις θέσεις 12 και 26 αντίστοιχα στο Draft), όμως φαίνεται ότι ο Jensen είναι EuroLeague material και χρειάζεται απαραίτητα έναν “δάσκαλο” του αθλήματος, ώστε να εντρυφήσει στη δική μας λίγκα και να λάμψει ως ένας εκ των νέων αστέρων, καθώς στο κομμάτι της απόφασης (decision making) είναι ακόμα αρκετά άγουρος.
Σε EuroCup και BBL: 9.7 PTS (35.8% 3P), 3.5 REB, 3.9 AST, 1.3 STL, 2.1 TOV σε 27.7′
Aziz Bandaogo (25, 2.13, C)

Το θαύμα της φύσης από τη Σενεγάλη συστήθηκε φέτος στην Ευρώπη με τη φανέλα της Μπουγιουτσεκμετσέ, η οποία δεν κατάφερε να πετύχει τον στόχο της παραμονής στην T-BSL. Ο Μπανταόγκο ωστόσο είχε αρκετές καλές στιγμές, αφήνοντας καλά δείγματα στα 28 παιχνίδια που αγωνίστηκε. Μιλάμε για ένα παιδί από την Αφρική με άνοιγμα χεριών 2.23 εκατοστά, που μετά από πέντε χρόνια κολεγιακής καριέρας επιχείρησε το άλμα για την Ευρώπη και την πολύ απαιτητική τούρκικη λίγκα (προσωπικά τη θεωρώ το καλύτερο πρωτάθλημα μετά το ισπανικό), όπου μοιράστηκε τη θέση ‘5’ στην ομάδα του με τον πρώην παίκτη του Ολυμπιακού, Νέιτ Μενσά. Αυτό που παρατηρεί κανείς στην περίπτωσή του είναι το motor του αθλητή σε συνδυασμό με τον όγκο και το ύψος του, κομμάτι που τον μετατρέπει σε μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση, για όποιον έχει επίγνωση του τι βλέπει.
Ένας 7-Footer (7-Footer είναι ο παίκτης που είναι 2.13 μ. τουλάχιστον) που να τρέχει στο τρανζίσιον (επιθετικό και αμυντικό) όντας ο κυρίαρχος του διαδρόμου, δεν βρίσκεται εύκολα. Στο Cincinnati o Wes Miller τον χρησιμοποίησε κυρίως ως PnR ψηλό σε επιθέσεις με συχνά staggered (ως δεύτερο σκρίνερ) και προσθέτοντας πολλές φορές Spain PnR δράσεις, για να καθαρίσει ο χώρος χαμηλά στο ζωγραφιστό. Ιδανικός στο να πιάνει λόμπες και να τελειώνει τις φάσεις, ενώ σε όλη του την καριέρα κουβαλά ένα “οκ” ποσοστό του ~65% από τη γραμμή των βολών. Ο ίδιος οφείλει να βάλει μυϊκά κιλά, ώστε να γίνει ανίκητος στην άμυνα χαμηλά στο καλάθι, στον τομέα του box out και κατ’ επέκτασιν του ριμπάουντ, ενώ η ομάδα που θα τον ζητήσει, πρέπει να γνωρίζει, ότι έχει ακόμα πολλά πράγματα να δουλέψει μαζί του τακτικά. Κύριο χαρακτηριστικό του θα πρέπει να λογίζεται η παρουσία του στα μετόπισθεν κάτω από το ζωγραφιστό της ομάδας του, κομμάτι στο οποίο είναι elite, αφού πρόκειται για σπουδαίο help defender και blocker.
Στην T-BSL: 7.4 PTS (61.7%), 5.6 REB, 1.6 BLK σε 18.4′
6th Man: L.J Cryer (24, 1.83, PG)

Το “πιστόλι” από το Τέξας έλαμψε φέτος στην G-League αλλά και 18 παιχνίδια στο ΝΒΑ με τους Warriors όπου σκόραρε κατά μέσο όρο 8.2 PTS (39.4% 3P) σε 16.2′. Ο Cryer είναι ένας score first Combo Guard, με κάπως… παλιομοδίτικο παιχνίδι, που όμως διατηρεί αρκετές από τις νόρμες της εποχής μας, όπως η μακρινή εκτέλεση στο τρανζίσιον, κομμάτι στο οποίο κρίνεται ως Top. Εξαιρετικός σουτέρ τόσο μετά από ντρίμπλα όσο και μετά από πάσα (και αυτό αποκτά διπλή αξία όταν μιλάμε για τη “μετάφραση” χαρακτηριστικών στο δικό μας μπάσκετ) και πεπεισμένος στο ομαδικό πνεύμα, που υπαγορεύει τη “θυσία” ενός σουτ με καλές προδιαγραφές για ένα σουτ με ακόμα καλύτερες προδιαγραφές, χωρίς ωστόσο να χάνει την επιθετικότητά του και το aggressiveness που πρέπει πάντα να έχει ένας Guard τέτοιας κοπής.
Αμυντικά είναι ο Guard που δεν θα κλέψει, όμως το απλώς average (για ΝΒΑ μιλώντας) φυσικό-αθλητικό του πακέτο του βάζει ταβάνι, το οποίο για την απέναντι πλευρά είναι μάλλον χαμηλό. Στο πρόσωπό του βλέπω έναν παίκτη υβρίδιο Σέιν Λάρκιν (όχι σε αξία, μην παρεξηγηθώ, αλλά σε κατεύθυνση), που μπορεί δίπλα σε έναν PG με μέγεθος και skills να συνθέσει ένα πραγματικά καλό back court, μέσα φυσικά από πολλή δουλειά και υπομονή.
Στην G-League με τους Santa Cruz Warrior: 21.7 PTS (44.9% 3P για 7.3 εκτελεσμένα, 89.2% FT), 3.8 REB, 6.1 AST, 2.4 TOV σε 31.2′
Επιμέλεια: Outsider



